χαρτεμπορείο


χαρτεμπορείο
το, Ν
βλ. χαρτεμπόριο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • χαρτεμπόριο — και παλ. γρφ χαρτεμπορείο, το, Ν το εμπόριο χαρτιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαρτί + εμπόριο. Ο τ. χαρτεμπόριον μαρτυρείται από το 1885 στην εφημερίδα Ακρόπολις, ενώ ο τ. χαρτεμπορεῖον (< χαρτέμπορος) από το 1894 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.